Κοτόπουλο: Ελπίδα επιστροφής στα μενού των εστιατορίων

Το προϊόν που υπέστη -κι αυτό- τις οδυνηρές επιδράσεις του lockdown

Περίπου 7.000 τόνοι κοτόπουλου ήταν αδιάθετοι στην ελληνική αγορά μετά το πέρας της πανδημίας του κορωνοϊού, σύμφωνα με στοιχεία που παρέθεσε στον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Μάκη Βορίδη, η Εθνική Διεπαγγελματική Οργάνωση Πτηνοτροφίας, κατά την πρόσφατη συνάντησή τους. Η ποσότητα αυτή όχι μόνο αποτελεί μια σημαντική απώλεια τζίρου για τις επιχειρήσεις του κλάδου, αλλά ταυτόχρονα εξελίσσεται σε οικονομική ‘αιμορραγία’ καθώς οι παραγωγοί επωμίζονται το κόστος συντήρησης των προϊόντων που δεν μπορούν να διατεθούν στην αγορά.

 

Η επανεκκίνηση της εστίασης και η αναμενόμενη επανεκκίνηση του τουρισμού, αποτελούν για τους πτηνοτρόφους την τελευταία ευκαιρία προκειμένου να περιορίσουν τις απώλειες από την πανδημία.

Ο τομέας του κρέατος πουλερικών αντιμετώπισε σημαντικές δυσκολίες λόγω της πανδημίας. Εξαιτίας της αναστολής λειτουργίας της παραγωγής ορισμένων βιομηχανιών σε ορισμένες από τις σημαντικές πτηνοπαραγωγικές χώρες της ΕΕ, η τιμή του κρέατος πουλερικών στην ΕΕ παρουσίασε σημαντικές διακυμάνσεις αλλά όταν στις περισσότερες χώρες επιβλήθηκε αναγκαστικό lockdown στην εστίαση, η κατάσταση επιδεινώθηκε.

Την εικόνα ήρθε να συμπληρώσει  το πρόβλημα ρευστότητας των μεγάλων παραγωγικών επιχειρήσεων καθώς και οι εισαγωγές πουλερικών από τρίτες χώρες που είχαν σαν αποτέλεσμα να ασκηθούν  επιπλέον πιέσεις στην αγορά.

Στην Ελλάδα η κατάσταση ήταν ανάλογη: σύμφωνα με επιστολή του ΣΕΚ προς τα υπουργεία στις αρχές Μαΐου «Στην πτηνοτροφία το 30-40% του κρέατος κοτόπουλου που προορίζεται για τη μαζική εστίαση οδηγήθηκε σε κατάψυξη με τιμές πώλησης μειωμένες κατά 40%. Υπενθυμίζεται ότι οι πτηνοτρόφοι παραγωγοί δεν ενισχύονται από κανένα μέτρο των άμεσων ενισχύσεων, στο πλαίσιο της ΚΑΠ».

Νέα Διεπαγγελματική

Μέσα στο ζοφερό κλίμα της πανδημίας και την κατάρρευση της εστίασης, ένα θετικό νέο προέκυψε από τον κτηνοτροφικό κλάδο. Μέσα στον Απρίλιο αναγνωρίστηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ΥπΑΑΤ η Εθνική Διεπαγγελματική Οργάνωση Πτηνοτροφίας (Ε.Δ.Ο.Πτ.). Η κίνηση αυτή των πτηνοτρόφων θεωρήθηκε ότι θα «δημιουργήσει τις προϋποθέσεις εκείνες που θα επιτρέψουν στον κλάδο να προωθήσει και να προασπίσει τα συμφέροντα των πτηνοτρόφων της χώρας διεθνώς».

Η νεοσύστατη Διεπαγγελματική αποτελεί ένα από τα πλέον αντιπροσωπευτικά δείγματα συλλογικής προσπάθειας αφού κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης αναγνώρισης αντιπροσώπευε διά των μελών της το 81,26% της συνολικής παραγωγής (μ.ό. τριετίας) και το 85,06% της μεταποίησης (μ.ό. τριετίας).

Λίγες εβδομάδες αργότερα, κι ενώ η πανδημία είχε υποχωρήσει με την αγορά να προσπαθεί να κάνει τα πρώτα βήματά της, πραγματοποιήθηκε του υπουργού ΑΑΤ με τη νεοσύστατη Εθνική Διεπαγγελματική Οργάνωση Πτηνοτροφίας. Όπως αναφέρεται στο σχετικό δελτίο Τύπου, «Κατά τη διάρκεια της συνάντησης υπήρξε ενδελεχής αναφορά στα προβλήματα που έχουν ενσκήψει στον κλάδο της ελληνικής πτηνοτροφίας, εξαιτίας των οποίων επηρεάστηκε η κατανάλωση πουλερικών στην χώρα μας και συζητήθηκε η εν γένει εμπορική διάσταση των επιπτώσεων».

Μείωση πωλήσεων

Από την πλευρά τους οι εκπρόσωποι του κλάδου ανέπτυξαν και υποστήριξαν τις θέσεις τους σχετικά με την αναγκαιότητα στήριξης της πτηνοτροφίας, τις οποίες ο Υπουργός δεσμεύτηκε ότι θα λάβει πολύ σοβαρά υπόψη στον τρόπο λήψης της τελικής απόφασης, αμέσως μετά την ολοκλήρωση της επεξεργασίας των στοιχείων για τις επιπτώσεις της πανδημίας του κορωνοϊού στο κλάδο της ελληνικής πτηνοτροφίας.

Οι μεγαλύτερες πτηνοπαραγωγικές επιχειρήσεις της χώρας, ειδικά αυτές που προέρχονται από την Ήπειρο κι αντιπροσωπεύουν σχεδόν τα δύο τρίτα της ελληνικής παραγωγής, παρουσιάζουν μείωση των πωλήσεών τους η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνει και το 30%, όλοι όμως ευελπιστούν ότι το επόμενο διάστημα, μέχρι το πέρας της φετινής ισχνής τουριστικής περιόδου,  θα καλύψει μέρος των απωλειών.


Κεντρική φωτογραφία: Εν Αρτάκη

You might also like