Πλατφόρμες παράδοσης: Αυξάνεται η γκρίνια

Οι εστιάτορες στις ΗΠΑ θέτουν ερωτηματικά για τη λειτουργία τους

Η γιγάντωση των εταιριών παραγγελιοληψίας και παράδοσης αλλά και οι συνθήκες που επικρατούν λόγω της πανδημίας, οδηγούν σε αντιπαραθέσεις και αυξάνουν την ένταση των σχέσεων ανάμεσα στα εστιατόρια και τις πλατφόρμες.

 

Την ώρα που η δημόσια εγγραφή της Deliveroo στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου προκαλεί επενδυτικό αμόκ και εκτοξεύει τη χρηματιστηριακή αξία μιας επιχείρησης που δεν έχει σχεδόν κανένα περιουσιακό στοιχείο σε δυσθεώρητα ύψη (σχεδόν 8 δισ. λίρες), τα εστιατόρια ανησυχούν για την ισχύ που αποκτούν οι πλατφόρμες.

Λαθροχειρίες από τις πλατφόρμες

Η NYC Hospitality Alliance – συλλογικός φορέας της βιομηχανίας εστίασης/ διασκέδασης στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης- προσέφυγε στην NYS Senate Consumer Protection Committee, καταθέτοντας υπόμνημα  με το οποίο ζητάει από τη δημόσια αρχή που ασχολείται με ζητήματα προστασίας του καταναλωτή,  να επιληφθεί για ένα σοβαρό ζήτημα:  ζητά από την Αρχή να απαγορεύσει στις εταιρίες παραγγελιοληψίας και διανομής φαγητού να κατατάσσουν ένα εστιατόριο στις λίστες τους χωρίς την άδειά του. Στο ίδιο υπόμνημα η NYC Hospitality Alliance ζητάει να  καθορίσει η πολιτεία ανώτατο ποσοστό χρέωσης για κάθε παράδοση που πραγματοποιούν οι πλατφόρμες.

Σύμφωνα με το υπόμνημα που κατατέθηκε,  οι πλατφόρμες θα πρέπει να έχουν υπογράψει συμβόλαιο πριν ξεκινήσουν να διαφημίζουν, να προωθούν και να δέχονται παραγγελίες για οποιοδήποτε κατάστημα εμφανίζεται στις σελίδες τους.  Όπως αναφέρεται σχετικά στο υπόμνημα «Ορισμένες πλατφόρμες παραγγελιοληψίας και διανομής αναρτούν τα στοιχεία εστιατορίων στο site τους χωρίς την άδεια, δημιουργώντας προβλήματα στα καταστήματα, στους εργαζόμενους και  στους ανυποψίαστους πελάτες. Ορισμένες πλατφόρμες παίρνουν τα μενού των εστιατορίων από τις ιστοσελίδες τους στο διαδίκτυο, χωρίς την άδεια τους και τα αναρτούν στο δικό τους site, με αποτέλεσμα να οδηγούν στις πλατφόρμες πελάτες που υπό άλλες συνθήκες θα παράγγελλαν απευθείας στο κατάστημα».

Σε κάποιες περιπτώσεις τα μενού που υποκλέπτουν κι αναρτούν στα site τους οι πλατφόρμες είναι παλιά· κάποια από τα πιάτα των μενού έχουν ήδη αποσυρθεί· ορισμένες τιμές έχουν αλλάξει· ορισμένα πιάτα δεν προσφέρονται για delivery. Υπήρξαν περιπτώσεις που πλατφόρμες ανάρτησαν το μενού εστιατορίων που δεν διαθέτουν καν υπηρεσία delivery!

Εντυπωσιακή σε μέγεθος η δημόσια εγγραφή της Deliveroo στο Χρηματιστήριο Λονδίνου, μαρτυράει ότι το μέλλον ανήκει σε μεγάλες, οργανωμένες πλατφόρμες διανομής. Η ανησυχία των εστιατόρων είναι εύλογη.

 

Το ζήτημα των χρεώσεων

Η NYC Hospitality Alliance ζητά επίσης από την πολιτεία να απαγορεύσει τη χρέωση υπηρεσιών με ποσοστό μεγαλύτερο του 5% για την καταχώριση, την προβολή και τη διαχείριση παραγγελιών και να απαγορεύσει τη χρέωση υπηρεσιών με ποσοστό μεγαλύτερο του 15% για τη διεξαγωγή της φυσικής παράδοσης μιας παραγγελίας.

«Οι πλατφόρμες ξοδεύουν εκατοντάδες εκατ. δολάρια για την απόκτηση μεριδίου αγοράς, κάτι το οποίο θεωρητικά θα πρέπει να μειώσει τις αμοιβές τους, αλλά αντ’ αυτού  αυξάνουν τα τέλη σε εστιατόρια χρησιμοποιώντας αμφισβητήσιμες τεχνικές μάρκετινγκ» υποστηρίζει η NYC Hospitality Alliance και συμπληρώνει: «Παρακρατούν τις πληροφορίες επικοινωνίας και τα στοιχεία των πελατών, δημιουργώντας έναν ‘τοίχο’ μεταξύ του εστιατορίου και των πελατών του, καθιστώντας τα εξαρτώμενους από αυτές. Αν ένα εστιατόριο φύγει από την πλατφόρμα, χάνει την πρόσβαση στους πελάτες, οι οποίοι θα απευθύνονται στη συνέχεια στους ανταγωνιστές. Εξαιτίας αυτής της ισχύος, οι πλατφόρμες  βρέθηκαν πάνω από εστιατόρια και συχνά χρεώνουν τα εστιατόρια περισσότερο από αυτά που κερδίζει για μια παραγγελία. Τα εστιατόρια δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά να είναι στις πλατφόρμες, αλλά δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά και να μην είναι σε αυτές…».

Η λύση της Lunchbox

H Lunchbox, είναι ένα start up στο χώρο της εστιατορικής βιομηχανίας η οποία συγκέντρωσε κεφάλαια ύψους 2 εκατ. δολαρίων  για να αναπτύξει και να προωθήσει ένα νέο λογισμικό: μια τεχνολογική εφαρμογή η οποία απλοποιεί το έργο του εστιατορίου κατά τη φάση της διαχείρισης παραγγελιών που έρχονται από διάφορα κανάλια πωλήσεων (σταθερό και κινητό τηλέφωνο, internet, info kiosks μέσα στο κατάστημα). Ήδη σημαντικές εταιρείες επενδυτικών κεφαλαίων συμμετέχουν στο εγχείρημα.

Τα εστιατόρια που θα συνδεθούν με την εφαρμογή της Lunchbox θα καταβάλλουν μηνιαία χρέωση, για να την χρησιμοποιούν στη διαχείριση κι επεξεργασία παραγγελιών, για να δημιουργούν προγράμματα αφοσίωσης, για την αποστολή παράδοσης, το μάρκετινγκ, τη συγκέντρωση και αξιοποίηση δεδομένων (Analytics) κ.ά., σε ένα ενιαίο πακέτο και στοχεύει να αντιμετωπίσει το συνηθισμένο πρόβλημα των εστιατορίων που δέχονται παραγγελίες από διάφορα κανάλια.


Για τη χρήση της πλατφόρμας Lunchbox  τα εστιατόρια πληρώνουν  200-600 δολάρια τον μήνα. Οι όμιλοι που λειτουργούν λιγότερα από 10 εστιατόρια,  πληρώνουν εφάπαξ είσοδο στην πλατφόρμα της τάξης των 10.000 ευρώ- η τιμή είναι πολύ καλύτερη από το κόστος χρήσης μιας από τις μεγάλες πλατφόρμες.


Το delivery,  το take away και το drive thru αποτελούν πλέον  σχεδόν το ήμισυ όλων των παραγγελιών των εστιατορίων και όπως είναι αναμενόμενο, εξαιτίας της πανδημίας δημιουργούνται νέες συνθήκες και ανάγκες ειδικά στον τεχνολογικό τομέα. Κι αυτό συχνά αγχώνει τους επιχειρηματίες και ‘μπουκώνει’ τη διαδικασία εξυπηρέτησης.

Σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα του επαγγελματικού περιοδικού Spoon,  το σημαντικό πρόβλημα που αναδεικνύεται το τελευταίο διάστημα και το οποίο καλείται να επιλύσει η εφαρμογή της Lunchbox είναι το γεγονός ότι συστήματα λογισμικού δεν ‘μιλούν’ μεταξύ τους, ότι η διαχείριση διαφορετικών παραγγελιών συχνά απαιτεί επιπλέον συσκευές, ακριβή εγκατάσταση και μηνιαία τέλη. Η συνεργασία του εστιατορίου με μια υπηρεσία παράδοσης  απλοποιεί μερικά από τα προβλήματα αυτά, αλλά τα μικρά και μεσαίου μεγέθους εστιατόρια που δεν έχουν τη δυνατότητα πραγματοποίησης μεγάλων τζίρων, δυσκολεύονται για να πληρώσουν τις πλατφόρμες.

Με δεδομένο οτι περισσότερα από τα μισά εστιατόρια, από τις εκατοντάδες χιλιάδες που λειτουργούν στις ΗΠΑ, είναι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις  αυτός ακριβώς είναι ο στόχος της Lunchbox, δηλαδή η ομάδα των επιχειρήσεων που διαθέτουν τρία ή τέσσερα εστιατόρια.

Πανεπιστήμιο Ντένβερ: Ρομποτική παράδοση

Η Lunchbox,  ξεκίνησε το φθινόπωρο του 2020, σε συνεργασία με την εταιρία Sodexo (γαλλική πολυεθνική η οποία δραστηριοποιείται σε ευρύ φάσμα υπηρεσιών που ξεκινούν από το catering και φτάνουν μέχρι την διαχείριση εστιατορίων) και την εταιρεία Kiwibot (δραστηριοποιείται στο σχεδιασμό ρομποτικών συστημάτων μεταφοράς) για να διευκολύνει την αυτόνομη και χωρίς επαφή παράδοση τροφίμων/ φαγητού  στο  Πανεπιστήμιο του Ντένβερ για τους φοιτητές που ζουν εκεί. Αν όλα πάνε καλά εκεί, η τεχνολογία θα μεταφερθεί και σε άλλους χώρους παράδοσης τροφίμων/γευμάτων όπως οι εργασιακοί χώροι, τα νοσοκομεία κ.ά.

Φωτογραφία: Ρομπότ διανομής φαγητού της εταιρείας Kiwibot τα οποία χρησιμοποιούνται πιλοτικά στο Πανεπιστήμιο του Ντένβερ από το φθινόπωρο του 2020.
You might also like