Φυτικά προϊόντα: Το κρέας δεν φτάνει για όλους

Η βιομηχανία τροφίμων με εναλλακτικές που αλλάζουν τις ισορροπίες στην αγορά

Τρεις κατηγορίες προϊόντων που όχι μόνο έχουν κοινά σύνορα, αλλά συχνά η μια εισέρχεται στην επικράτεια της άλλης, αναμένεται να αλλάξουν τον τρόπο διατροφής μας τα ερχόμενα έτη και, κατ’ επέκταση, να αλλάξουν τις ισορροπίες στα μερίδια στην αγορά παραγωγής τροφίμων.
Ρεπορτάζ: Γιάννης Μουρατίδης

 

Η ελληνική παράδοση έχει μεριμνήσει ώστε ο ανθρώπινος οργανισμός να έχει περιόδους αποτοξίνωσης από το κρέας, στη διάρκεια των οποίων τα νηστίσιμα προϊόντα έχουν την τιμητική τους. Ωστόσο, τα προϊόντα αυτά δεν…εξαφανίζονται στη συνέχεια από τα ράφια. Η βιομηχανία τροφίμων μάς δίνει πλέον τη δυνατότητα να τρώμε ντολμαδάκια και καλαμαράκια σε όλη τη διάρκεια του έτους και επιπλέον μας προσφέρει νέες εναλλακτικές που θα μπορούσαν να μειώσουν την κατανάλωση κρέατος.

Οι κατηγορίες των προϊόντων vegan, ‘plant based & healthy’, έχουν σχετικά πρόσφατη παρουσία στα ράφια των σουπερμάρκετ και, κατ’ επέκταση, στα μενού της εστίασης, η οποία, όπως έχουμε ξαναπεί, περισσότερο ακολουθεί παρά δημιουργεί τάσεις. Τα προϊόντα αυτά μπορούν να αντικαταστήσουν τη διατροφική αξία του κρέατος;

Η απάντηση, σύμφωνα με το μεγαλύτερο ποσοστό ερευνών, είναι «δεν μπορούν». Το κρέας χρειάζεται στη διατροφή μας και γι’ αυτό μένει να δούμε ποια θα είναι τα αποτελέσματα της έλλειψής του. Το αν η έλλειψη είναι δικαιολογημένη, εξαιτίας της αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού ή της επιβάρυνσης του περιβάλλοντος με CO2 από τη ζωική παραγωγή, είναι ένα ‘αναπάντητο’ ερώτημα. Ωστόσο, η βέβαιη απάντησή του δεν έχει και πολύ νόημα, αν τελικά οι αποφάσεις έχουν ήδη ληφθεί.

Το πιθανότερο, λοιπόν, είναι το να βρισκόμαστε μπροστά σε μια αλλαγή του τρόπου διατροφής, η οποία είναι αναμενόμενο ότι θα επηρεάσει τον τομέα της εστίασης. Το ‘οικολογικό’ σουβλάκι, που ζητάγαμε πριν από μια δεκαετία, έχει πλέον αποκτήσει διάφορα ευφάνταστα ονόματα και συχνά ανάλογη υψηλή τιμή, η οποία είναι υψηλότερη αυτής του παραδοσιακού με κρέας.

Η χωριάτικη σαλάτα σε πολλά εστιατόρια έχει συχνά την ίδια τιμή ή είναι και ακριβότερη, συγκρινόμενη με κυρίως πιάτα, και οι λίγες επιλογές λαδερών στο μενού των εστιατορίων έχουν αντικατασταθεί πλέον με ολόκληρα μενού σε εξειδικευμένα vegan εστιατόρια.

Οι πολίτες της Ε.Ε., θα πρέπει να βάλουν περισσότερα ‘plant based’ προϊόντα στη διατροφή τους. Φωτογραφία: Peter Wendt

 

Μερίδιο ‘υγιεινών’ τροφίμων: Μεγαλώνει

Την εικόνα που βλέπουμε γύρω μας επιβεβαιώνουν και στοιχεία μελετών, όπως αυτή που δημοσίευσε η Plant Based Foods Association, η οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι το 2022, η αγορά φυτικών τροφίμων μεγάλωσε κατά 6,6% και η αξία της διαμορφώθηκε στα 7,3 δισ. ευρώ. Για την ευρύτερη κατηγορία των vegan προϊόντων, η αγορά στην Ε.Ε. αναμένεται να μεγαλώσει κατά 20% μέχρι το 2025, ενώ η πρόβλεψη για την Ελλάδα είναι αύξηση κατά 15%, επίσης μέχρι το 2025. Η κινητήρια δύναμη της αγοράς φαίνεται να είναι η γενιά των millennials, οι οποίοι μεγάλωσαν σε ένα πιο ευαισθητοποιημένο περιβάλλον με έντονη την ανησυχία της κλιματικής αλλαγής.

Καθώς η ομπρέλα ανοίγει για να συμπεριλάβει όλα τα προϊόντα διατροφής που ανήκουν στην κατηγορία ‘health & wellness food’, τα μεγέθη μεγαλώνουν εκθετικά. Κατά μέσο όρο διαφορετικές μελέτες εκτιμούν το μέγεθος της παγκόσμιας αγοράς στα 1,043 δισ. δολάρια το 2022 και προβλέπουν αύξηση στα 1,589.547 δισ. δολάρια μέχρι το 2028. Σε αυτά τα μεγέθη περιλαμβάνεται ένας μεγάλος αριθμός διαφορετικών κατηγοριών προϊόντων, όπως βιολογικά τρόφιμα, συμπληρώματα διατροφής, τρόφιμα για χορτοφάγους και τρόφιμα βασισμένα σε φυτικές πρωτεΐνες.

Ενώ όμως οι αγοραστές έχουν να διαχειριστούν τα προβλήματα της σωστής επιλογής και του κόστους διατροφής, τα προβλήματα για τη βιομηχανία παραγωγής τροφίμων είναι αρκετά περισσότερα, χωρίς μάλιστα να αγγίξουμε το θέμα του ορισμού ενός προϊόντος ως υγιεινό.

 

Πριν βάλουμε στο παρασκήνιο τον ορισμό του υγιεινού προϊόντος, θα πρέπει να θυμίσουμε ότι πολλά από τα μη τυποποιημένα προϊόντα που μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες προτείνονταν ως ‘υγιεινά’, σήμερα αμφισβητούνται. Επίσης, αμφιβολίες υπάρχουν όσον αφορά το πλαίσιο που ρυθμίζει την αγορά των υγιεινών προϊόντων, αλλά και την επάρκεια ελεγκτικών μηχανισμών που θα επιβλέψουν την τήρησή του. Σε πρόσφατο άρθρο που δημοσιεύτηκε στο ελληνικό περιοδικό Dairy News και αφορούσε το σιτηρέσιο των ζώων παραγωγής, εκπρόσωπος του Γεωπονικού Πανεπιστημίου μάς είπε ότι πρώτο μέλημα των αρχών είναι να εξασφαλίζουν πως το παραγόμενο προϊόν είναι ασφαλές για τη δημόσια υγεία. Ωστόσο, αυτός ο έλεγχος απέχει αρκετά από το να χαρακτηριστεί ένα προϊόν υγιεινό.


Η διεύρυνση του μεριδίου προϊόντων υγιεινής διατροφής κι ευεξίας θα μπορούσε να είναι  ευκαιρία για τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα των τροφίμων, οι οποίες ανέκαθεν εμπορεύονται προϊόντα περιορισμένης κατανάλωσης.

Θεωρητικά, το τοπίο των υγιεινών προϊόντων θα παραμένει «γκρίζο», καθώς είναι σχεδόν αδύνατον οποιοδήποτε σύστημα ελέγχου να εντοπίσει το σύνολο των εσκεμμένων ενεργειών ή των λαθών που ενδέχεται να γίνουν από παραγωγούς και τη βιομηχανία μεταποίησης. Υπάρχει, όμως, ένας τομέας που, σε σχέση με το παρελθόν, δείχνει αρκετά πιο ξεκάθαρος και αφορά τη διαμόρφωση ενός νέου είδους διατροφής, από την οποία θα απουσιάζει, μερικώς ή ολικώς, η ζωική πρωτεΐνη.

Η επίσημη γραμμή των κυβερνήσεων, μεταξύ των οποίων και αυτή της Ε.Ε., είναι ότι η ζωική πρωτεΐνη, με τον ρυθμό που καταναλώνεται σήμερα, δεν επαρκεί για το σύνολο του παγκόσμιου πληθυσμού, αλλά ακόμα και αν αυξάναμε την παραγωγή ζωικού κεφαλαίου, θα θέταμε σε μεγάλο κίνδυνο τους στόχους περιορισμού των αερίων θερμοκηπίου.

Η Ε.Ε. δημοσίευσε, το 2023, μια μελέτη με τίτλο «EU Protein Strategy». Στην περίληψη της μελέτης διαβάζουμε: «H Ε.Ε. είναι σε γενικές γραμμές αυτάρκης σε αγροτικά προϊόντα, λόγω της κοινής της αγροτικής πολιτικής. Ωστόσο, ο τομέας των ζώων παραγωγής είναι κρίσιμα εξαρτημένος από εισαγωγές ‘plant based’ πρωτεϊνών, ειδικά σόγιας, από την Αργεντινή, τη Βραζιλία και τις ΗΠΑ. Οι συνδέσεις μεταξύ των ‘plant based’ πρωτεϊνών και της αποψίλωσης δασών, καθώς και οι αυξημένες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από την εκτροφή ζώων, στρέφουν την πολιτική της Ε.Ε. στη χρήση των “plantbased” πρωτεϊνών απευθείας στην ανθρώπινη διατροφή».

Με απλά λόγια, οι πολίτες της Ε.Ε., θα πρέπει να βάλουν περισσότερα ‘plant based’ προϊόντα στη διατροφή τους, όχι γιατί αυτό είναι απαραίτητα πιο υγιεινό, αλλά γιατί είναι πιο ασφαλές για τη στρατηγική της Ε.Ε. και την αντιμετώπιση της παγκόσμιας κλιματικής αλλαγής.

Τα λίγα λαδερά των εστιατορίων έχουν αντικατασταθεί με ολόκληρα μενού σε εξειδικευμένα vegan εστιατόρια

 

Ο ‘χάρτης’ των προμηθευτών

Θεωρητικά, η διεύρυνση του μεριδίου προϊόντων «υγιεινής διατροφής και ευεξίας» θα μπορούσε να είναι μια μεγάλη ευκαιρία για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις του τομέα των τροφίμων, οι οποίες ανέκαθεν είχαν την τάση να εμπορεύονται προϊόντα περιορισμένης κατανάλωσης. Φυσικά, η βιομηχανία τροφίμων σε καμία περίπτωση δεν θέλει να αφήσει χαμένη την ευκαιρία μετάβασης σε έναν νέο κατάλογο προϊόντων διατροφής και ιδανικά θα ήθελε να κρατήσει ή και να αυξήσει τα μερίδια που έχει σήμερα στο σύνολο της αγοράς.

Το σενάριο μοιάζει να αποτυπώνει μια μάχη που θα στηθεί σε μια νέα αρένα, στην πράξη όμως αυτή η μάχη έχει ξεκινήσει και στο παρελθόν, με τα βιολογικά προϊόντα περίπου το 1980 στην Ελλάδα και παλαιότερα σε άλλα μέρη του κόσμου. Μια μικρή μερίδα καλλιεργητών και κτηνοτρόφων προσπάθησαν να αντισταθούν στη βιομηχανοποίηση της παραγωγής, η οποία, μεταξύ άλλων, περιλάμβανε κάποιες φορές και τη χρήση «αγνώστου» ταυτότητας χημικών προϊόντων.

Πλέον, η βιομηχανία και οι κυβερνήσεις έχουν παραδεχτεί ότι η χρήση χημικών έβλαψε το έδαφος, την ποσότητα και την ποιότητα του παραγόμενου προϊόντος και εντέλει την ανθρώπινη υγεία. Οπότε, σήμερα μιλάμε για ήπιες καλλιεργητικές μεθόδους, τεχνολογίες ακριβείας και νέους ηθικούς κανόνες που θα ανατρέψουν την «καταστροφική» πορεία.


Τα υγιεινά προϊόντα στις μέρες μας ξεφεύγουν πλέον από τα στενά όρια του περιβολιού ή της μικρής φάρμας, οπότε η μείωση του κόστους παραγωγής τους είναι θέμα χρόνου.

Το ερώτημα είναι αν οι πελάτες, είτε πρόκειται για τους τελικούς αγοραστές είτε για τους επιχειρηματίες της εστίασης, είναι έτοιμοι να πιστέψουν ότι η βιομηχανία τροφίμων πήρε το μάθημά της και, σε συνεργασία με πιο συνειδητοποιημένους παραγωγούς, θα προσφέρει πιο υγιεινά προϊόντα στην αγορά; Η ιστορία έχει δείξει ότι η δύναμη του μάρκετινγκ να επηρεάζει μαζικά την αγορά έχει επιφέρει αλλαγές πολύ πιο δύσκολες στη νοοτροπία ανθρώπων άλλων εποχών. Το τσιγάρο έγινε υγιεινό και μετά ανθυγιεινό, η κάνναβη από θεραπευτική έγινε απαγορευμένη και πάλι θεραπευτική και τα μη τυποποιημένα προϊόντα «από το περιβόλι μας» έγιναν επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία και ενδεχομένως απαγορευμένα στο άμεσο μέλλον.

Οπότε, ακούγεται ευκολότερο, σε σχέση με τους παραπάνω δύσκολους επαναπροσδιορισμούς, να πεισθούν οι σύγχρονοι άνθρωποι να αλλάξουν τρόπο διατροφής ώστε να βελτιώσουν την υγεία και την ευεξία τους. Αν, μάλιστα, σε αυτήν την προσπάθεια βοηθήσει και κάποιο ρυθμιστικό πλαίσιο, τότε ο δρόμος προς τα «υγιεινά» προϊόντα φαίνεται στρωμένος με…κόκκινο χαλί.

Στο παρελθόν, ένα εμπόδιο προς την υγιεινή διατροφή ήταν το κόστος της. Θεωρούμε όμως ότι, εφόσον τα υγιεινά προϊόντα «ξεφεύγουν» από τα στενά όρια του περιβολιού ή της μικρής φάρμας, η μείωση του κόστους παραγωγής τους είναι θέμα χρόνου. Η ενημέρωση των αγοραστών, ομολογουμένως δύσκολη πλέον, εξαιτίας του τεράστιου όγκου πληροφορίας, αληθινής και μη, είναι αυτή που θα συνεχίσει να διαχωρίζει την ήρα από το στάρι.

You might also like