Ωραία μουσική παίζετε!

Η επιλογή και η χρήση μουσικής στην εστίαση

Η επιλογή της μουσικής σε έναν χώρο εστίασης, και ειδικά όταν πρόκειται για κλειστό χώρο, παίζει σημαντικό ρόλο στην εμπειρία του πελάτη. Ωστόσο, λίγοι είναι οι επιχειρηματίες που δίνουν σημασία σε αυτήν την παράμετρο και ακόμα λιγότεροι αυτοί που δημιουργούν ένα χαρακτήρα για το κατάστημά τους, επιλέγοντας συγκεκριμένη μουσική.
Ρεπορτάζ: Γιάννης Μουρατίδης

 

Το συνηθέστερο πρόβλημα με τη μουσική σε ένα κατάστημα, είναι η… ύπαρξή της. Πολύ δυνατή μουσική που δεν αφήνει τους πελάτες να μιλήσουν και αναγκάζονται να φωνάζουν, οπότε δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος που καταλήγει σε οχλαγωγία. Μουσική που επαναλαμβάνεται, ακόμα και για τον χρόνο που ο ίδιος πελάτης μένει στο κατάστημα. Μουσική κακής ποιότητας που έχει επιλεγεί, γιατί είναι φθηνά ή δωρεάν τα δικαιώματά της.

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, η απουσία μουσικής θα ήταν καλύτερη επιλογή. Τι συμβαίνει όμως αν μια επιχείρηση έχει τη διάθεση να δώσει περισσότερη προσοχή στη μουσική που παίζει;

Γκρίζα ζώνη των δικαιωμάτων

Ξέρει από μουσική: Ο Γιώργος Παπαγιάννης εργάζεται ως DJ και music curator εδώ και 31 χρόνια

Το πρόστιμο μπορεί να σου έρθει από παντού και να πρέπει να αποδείξεις ότι «δεν είσαι ελέφαντας». Αυτή είναι η εικόνα που κυριαρχεί σε αυτή τη φάση, τόσο από την πλευρά των επιχειρηματιών εστίασης, όσο και των επαγγελματιών που προσφέρουν υπηρεσίες.

«Είναι λίγοι αυτοί που δουλεύουν στην εστίαση και είναι ελεύθεροι επαγγελματίες, έχουν δηλαδή μπλοκάκι. Συνήθως, πληρώνονται από το μαγαζί με την ημέρα ή ωρομίσθια με τις ανάλογες εισφορές, αν τα πράγματα γίνονται τύποις», μας λέει ο Γιώργος Παπαγιάννης, που εργάζεται ως DJ και musiccurator εδώ και 31 χρόνια.

Όσον αφορά τα δικαιώματα, μια σημαντική αλλαγή σε σχέση με το παρελθόνείναι η είσοδος της ψηφιακής μουσικής, η οποία αντικατέστησε το CD. Παλαιότερα, τα καταστήματα πλήρωναν δικαιώματα για τη μουσική και οι εταιρείες έστελναν δωρεάν δείγματα σε CD. «Κάθε μήνα έρχονταν κούτες με CD», λέει Γιώργος Παπαγιάννης και συμπληρώνει «Αυτό πλέον δεν υπάρχει, οι χώροι εστίασης πληρώνουν δικαιώματα, χωρίς όμως να λαμβάνουν κάτι σε φυσική μορφή». Οπότε, ένας επαγγελματίας πληρώνει συνήθως κάποιες ‘δεξαμενές’ μουσικής, για να δημιουργήσει τη μουσική του βιβλιοθήκη. Από εκεί και πέρα, όσον αφορά τον έλεγχο των δικαιωμάτων, όλα είναι πιθανά.

«Όσα χρόνια είμαι επαγγελματίας δεν έχει τύχει να έρθει κάποιος ελεγκτής στα μαγαζιά που δούλευα. Έχει συμβεί,όμως, να έρθει ένα εξώδικο από το πουθενά και πρακτικά θα πρέπει ο επιχειρηματίας να αποδείξει ότι ‘δεν είναι ελέφαντας’, ακόμα και αν έχει προσπαθήσει να τα κάνει όλα νόμιμα», λέει ο Γιώργος Παπαγιάννης. Ο ίδιος περιγράφει ένα περιστατικό, στο οποίο η επιχείρηση δέχτηκε εξώδικο, επειδή έπαιζε ο ίδιος ελληνική μουσική, ενώ στο συγκεκριμένο χώρο δεν έχει παίξει ποτέ ελληνική μουσική.

Από τη στιγμή που η εταιρεία θα λάβει το εξώδικο, έχει την επιλογή να συμβιβαστεί εξωδικαστικά ή να πάει στο δικαστήριο. Συνήθως συμβαίνει το πρώτο, γιατί η νομοθεσία σχετικά με τα δικαιώματα στην Ελλάδα είναι τόσο μπερδεμένη, οπότε δύσκολα η επιχείρηση θα δικαιωθεί. «Ακόμα και το λογισμικό που χρησιμοποιώ εγώ όταν παίζω μουσική ή η επιχείρηση που παίζει λίστες, πρέπει να είναι νόμιμα αγορασμένο», εξηγεί ο Γιώργος Παπαγιάννης, διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος του προστίμου.

Ο επιχειρηματίας ή ο επαγγελματίας DJ που θα προσπαθήσει να ξεμπερδέψει το κουβάρι των δικαιωμάτων στην Ελλάδα, θα συνειδητοποιήσει τελικά πως, ότι και αν κάνει, υπάρχει κάποιο παράθυρο που τον αφήνει εκτεθειμένο. Για παράδειγμα, ένας DJ που έχει αγοράσει τη μουσική του βιβλιοθήκη από μια εκ των ‘δεξαμενών’ που προαναφέραμε, δε γνωρίζει αν αυτές έχουν πληρώσει τα δικαιώματα. Ωστόσο, αν γίνει κάποιος έλεγχος, διώκεται αυτός και όχι οι εταιρείες.

Θεωρητικά, τα προβλήματα αυτά έπρεπε να έχουν λυθεί, καθώς οι αρμόδιες αρχές της ΕΕ έχουν ζητήσει από την Ελλάδα να ξεκαθαρίσει το τοπίο με τα δικαιώματα. Κάτι τέτοιο όμως δεν έχει συμβεί, οπότε μάλλον η τρέχουσα γκρίζα κατάσταση εξυπηρετεί όλες τις πλευρές.

Live και λίστες

Και οι δύο επιλογές είναι προτιμότερες από ένα CD που παίζει επαναλαμβανόμενα ένα άλμπουμ. Εάν η επιχείρηση επιλέξει να αναθέσει τη δημιουργία λίστας ή λιστών, μπορεί να απευθυνθεί σε ένανmusiccurator, ο οποίος έχει την εμπειρία να συνθέσει τη λίστα, γνωρίζοντας τα κομμάτια αλλά και την πελατεία του καταστήματος. Συνήθως, ο musiccurator δημιουργεί αρκετές λίστες, για διαφορετικές ώρες της ημέρας, και από εκεί και πέρα, κάποιος από τους εργαζόμενους του καταστήματος έχει αναλάβει να επιλέγει την κατάλληλη κάθε φορά λίστα. Η αλλαγή στις λίστες εξαρτάται από την εμφάνιση νέων τραγουδιών.

Όπως λέει ο Γιώργος Παπαγιάννης, «τα καινούργια τραγούδια βγαίνουν με μια εποχική λογική, λίγο πριν το καλοκαίρι και λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Οπότε, η αλλαγή της λίστας κάθε τρεις μήνες είναι μια καλή επιλογή». Η αλλαγή της λίστας δε σημαίνει ότι απαραίτητα αλλάζει το 100% των τραγουδιών, γιατί κάποια από αυτά είναι διαχρονικά. Μια πλούσια λίστα λύνει και το πρόβλημα της επανάληψης της μουσικής, αφού τα περισσότερα προγράμματα αναπαραγωγής διαθέτουν λειτουργία ‘ανακατέματος’ της λίστας. Οπότε, ένας τακτικός πελάτης μπορεί να ακούσει την ίδια λίστα, αλλά να μη… φαίνεται ίδια, καθώς τα τραγούδια θα παίζονται με διαφορετική σειρά.

Το live, είτε με DJ είτε με κάποιο μουσικό σχήμα, είναι συνήθως μια επιλογή για μεμονωμένες περιπτώσεις, καθώς αυξάνει αρκετά το κόστος λειτουργίας της επιχείρησης. Παράλληλα, όμως, είναι και ένας τρόπος έλξης του πελάτη. Το live με DJ είναι αυτό που βλέπουμε πιο συχνά σε απογευματινές ή βραδινές ώρες ή κάποιες μέρες που το μαγαζί έχει περισσότερη πελατεία. Θεωρητικά, το live είναι αυτό που θα δημιουργήσει στον κόσμο περισσότερη διάθεση για να χορέψει. Συμβαίνει όμως κάτι τέτοιο;

«Γενικά όχι. Συνήθως, αυτοί που χορεύουν είναι από 40 και πάνω, ενώ τα άτομα νεαρότερης ηλικίας ασχολούνται κυρίως με το κινητό, κουβεντιάζουν και ανεβάζουν stories στα κοινωνικά δίκτυα», λέει ο Γιώργος Παπαγιάννης. Ωστόσο, μπορεί ο κόσμος να μη χορεύει, αλλά συνήθως πίνει περισσότερο όταν παίζει live μουσική. Οπότε, οι πιθανότητες να αυξήσει το κέρδος της η επιχείρηση είναι αυξημένες.

Ένα φρέσκο ‘πρόβλημα’, που εμφανίστηκε με τα live, είναι να γίνεται έλεγχος της έντασης της μουσικής από την αστυνομία. Προσωρινά, αυτό έχει συμβεί αρκετές φορές στην Θεσσαλονίκη, ενώ στην Αθήνα δεν έχει ακουστεί, οπότε ή δεν έχει συμβεί ή αν έχει συμβεί δεν έχει γίνει γνωστό.

Το live με DJ είναι αυτό που βλέπουμε πιο συχνά σε απογευματινές ή βραδινές ώρες ή κάποιες μέρες που το εστιατόριο έχει περισσότερη πελατεία

 

Μουσική σε ‘πακέτο’

 Υπάρχει μεγάλος αριθμός εταιρειών που πουλάνε ολοκληρωμένη υπηρεσία αναπαραγωγής μουσικής σε χώρους εστίασης, η οποία θεωρητικά προσφέρει και πλήρη κάλυψη όσον αφορά τα δικαιώματα. Όπως συμβαίνει σε όλες τις παροχές υπηρεσίας, έτσι και σε αυτήν, υπάρχουν ‘ποιότητες’. Για παράδειγμα, η μουσική που περιλαμβάνεται στην υπηρεσία μπορεί να είναι ‘άγνωστη’ στο ευρύ κοινό, ώστε να μην έχει δικαιώματα ή, ακόμα και αν έχει, να είναι χαμηλού κόστους. Επίσης, θα μπορούσε μια εταιρεία να ισχυρίζεται ότι έχει τα δικαιώματα της μουσικής και να μην τα έχει.

Η εταιρεία Shakespeare Music Hellas δραστηριοποιείται στην ελληνική αγορά εδώ και 15 χρόνια και έχει δει πολλές από τις αλλαγές της αγοράς, με σημαντικότερη ίσως την οριστική κατάρρευση της ΑΕΠΙ, η οποία κλόνισε την εμπιστοσύνη επιχειρηματιών και μουσικών.

Όπως λέει ο Γεώργιος Ζουριδάκης, ιδιοκτήτης της εταιρείας, ο αντικαπνιστικός νόμος έφερε τα πάνω κάτω στις επιχειρήσεις εστίασης και η δεύτερη μεγαλύτερη αλλαγή έγινε από την πανδημία. Ωστόσο, ειδικά όσον αφορά τη μουσική, οι μετασεισμοί από την κατάρρευση της ΑΕΠΙ συνεχίζονται ακόμα. Γιατί λοιπόν ένας επιχειρηματίας να πληρώσει δικαιώματα, θεωρώντας ότι αυτό θα μπορούσε να συμβεί ξανά;

«Σε αυτή την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί, μια εταιρεία που διαθέτει τα δικαιώματα της μουσικής, παρουσιάζοντας νόμιμα έγγραφα, και επιπλέον προσφέρει μια υπηρεσία σε προσιτή τιμή αποτελεί λύση και δημιουργεί ασφάλεια», λέει ο Γεώργιος Ζουριδάκης.

Το γεγονός ότι η ξένη μουσική έχει κυρίαρχη παρουσία στο μεγαλύτερο ποσοστό των καταστημάτων εστίασης, το οποίο σε μεγάλο ποσοστό οφείλεται και στους δεκάδες εκατομμύρια τουρίστες που επισκέπτονται τη χώρα μας, διευκολύνει το έργο εταιρειών, όπως η Shakespeare Music Hellas,οι οποίες διαθέτουν δικαιώματα μόνο για ξένη μουσική.

Όπως λέει ο Γεώργιος Ζουριδάκης, «Μια επιχείρηση -που θέλει να παίξει νόμιμα μουσική από λίστες ή με liveDJ– θα πρέπει ανάλογα με τα τετραγωνικά μέτρα του χώρου να πληρώσει τουλάχιστον τρεις διαφορετικούς φορείς δικαιωμάτων. Αυτό μπορεί να σημαίνει από 300 ευρώ μέχρι και κάποιες χιλιάδες ευρώ ετησίως. Η δική μας συνδρομητική πλατφόρμα ξεκινάει από τα 130 ευρώ και φτάνει το ανώτερο τα 400 ευρώ».

Παρανομία: Είναι ελκυστική

Είναι δεδομένο ότι στο περιβάλλον που διαμορφώνεται στην Ελλάδα, οι περισσότερες επιχειρήσεις εστίασης θα επιλέξουν να παρανομήσουν λίγο ή πολύ. Από εκεί και πέρα και ανάλογα με την ποιότητα μουσικής που θέλει να έχει ο επιχειρηματίας στο κατάστημά του, υπάρχουν λύσεις που ξεκινάνε από τα 130 ευρώ ετησίως και ανεβαίνουν. Σε κάθε περίπτωση, η μουσική είναι μια εμπειρία για τον πελάτη μέσα στο κατάστημα, οπότε αν πρόκειται να είναι δυσάρεστη, καλύτερα να μην υπάρχει.

You might also like