‘Απόβαση’ Αμερικανών στη βρετανική εστίαση

Μπαράζ εξαγορών από αμερικανικά κεφάλα επί βρετανικού εδάφους

Τρία και πλέον χρόνια μετά το ξέσπασμα της πανδημίας του κορωνοϊού και ενώ η παγκόσμια αγορά της εστίασης μόλις κατάκτησε και πάλι ένα επίπεδο επισφαλούς μεν αλλά ορατής κανονικότητας, οι ‘αναταράξεις’ και τα απόνερα εκείνου του σφοδρού κύματος που έπληξε την επιχειρηματικότητα συνεχίζουν να εμφανίζονται σε μεγάλες αγορές του κόσμου. Αν και οι αναταράξεις δεν έχουν ούτε την ίδια σφοδρότητα ούτε τα ίδια αποτελέσματα με το 2020 ή το πρώιμο 2021, οι αναλυτές κλίνουν στη διαπίστωση ότι η πανδημία είναι οιονεί παρούσα.
Επιμέλεια: Θανάσης Αντωνίου

 

Την ίδια στιγμή οι νέες τάσεις στην παγκόσμια γαστρονομία (π.χ. η άνοδος των plant based υποκατάστατων κρέατος) σε συνδυασμό με εξωγενείς παραμέτρους όπως είναι ο πόλεμος στην Ουκρανία (πυροδότησε κύμα αύξησης τιμών σε πρώτες ύλες και ενέργεια), η κλιματική αλλαγή και το κίνημα Me Too (το οποίο επαναπροσδιορίζει τις εργασιακές σχέσεις), φαίνεται πως έχουν επιδράσεις στην εστιατορική βιομηχανία.

Η αλυσίδα Wagamama

Πριν λίγες ημέρες ανακοινώθηκε η πώληση της μητρικής εταιρείας των εστιατορίων Wagamama στην Apollo Global Management έναντι 623 εκατ. δολαρίων. Σύμφωνα με αναλυτές των αμερικανικών κλαδικών media, η πώληση έγινε μετά από τις υποτονικές επιδόσεις των συγκεκριμένων εστιατορίων κατά τη διάρκεια της πανδημίας και τις πιέσεις από ακτιβιστές επενδυτές- ένας ακόμα ‘πονοκέφαλος’ στην επιχειρηματική κοινότητα των ΗΠΑ.

Τα εστιατόρια ασιατικής κουζίνας Wagamama αναπτύσσονταν μέχρι πρόσφατα από την λονδρέζικη εταιρεία The Restaurant Group η οποία λειτουργεί οκτώ εστιατόρια  στις ΗΠΑ. Τα Wagamama εισήλθαν στην αμερικανική αγορά το 2007 και το επιχειρηματικό σχήμα που τα λειτουργεί  είναι μια κοινοπραξία με δύο Αμερικανών επιχειρηματιών (Robert Cornog και Richard Flaherty) με την βρετανική μητρική. Το δίδυμο κατέχει το 80% της κοινοπραξίας ενώ η The Restaurant Group έχει το 20%.

Υπάρχουν επίσης εκατοντάδες εστιατόρια Wagamama σε όλο τον κόσμο στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Αυστρία, το Μπαχρέιν, το Βέλγιο, την Κύπρο, τη Δανία, τη Γαλλία, το Γιβραλτάρ, την Ελλάδα, την Ιρλανδία, την Ιταλία, τη Μάλτα, τις Κάτω Χώρες, τη Βόρεια Ιρλανδία, τη Νορβηγία, το Ομάν, το Κατάρ, τη Σαουδική Αραβία, τη Σλοβακία, την Ισπανία, τη Σουηδία και την Τουρκία. Η εταιρεία Restaurant Group αγόρασε τα εστιατόρια Wagamama το 2018. Εκείνη τη στιγμή η αλυσίδα αριθμούσε 133 ιδιόκτητα καταστήματα που λειτουργούσαν στο Ηνωμένο Βασίλειο, πέντε ιδιόκτητα στις ΗΠΑ και 58 εστιατόρια franchising σε διάφορες χώρες. Αξίζει να σημειώσουμε ότι το Restaurant Group λειτουργεί 400 και πλέον εστιατόρια και pubs στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Το μέλλον του casual dining

 

Σύμφωνα με οικονομικούς αναλυτές του πρακτορείου Bloomberg η Restaurant Group προχώρησε στην κίνηση αυτή, στην πώληση δηλαδή του brand,  αφού οι ακτιβιστές- μέτοχοι εξέφρασαν ανησυχίες σχετικά με την τιμή της μετοχής και την απόδοση της εταιρείας. Η μετοχή του ομίλου είχε υποχωρήσει περισσότερο από 90% από το υψηλότερο σημείο της το 2015, σημειώνει το Bloomberg. Ο όμιλος δυσκολεύτηκε πολύ κατά τη διάρκεια της πανδημίας και αντιμετώπισε προκλήσεις από ακτιβιστές επενδυτές, σύμφωνα με το σχετικό δημοσίευμα του Bloomberg. Τον Σεπτέμβριο, ο πρόεδρος της Restaurant Group, ο Ken Hanna, παραιτήθηκε μετά από πιέσεις των επενδυτών- είχε αναλάβει μόλις τον Ιανουάριο του 2022.

Η αμερικανική Apollo ανέφερε σε δελτίο Τύπου που κυκλοφόρησε με αφορμή την εξαγορά  ότι παρακολουθεί στενά την Restaurant Group εδώ και πολλά χρόνια και ότι βλέπει την επιχείρηση ως «μια υψηλής ποιότητας, ηγετική εταιρεία στην αγορά casual dining με ένα ελκυστικό χαρτοφυλάκιο εμπορικών σημάτων και μια έμπειρη διοικητική ομάδα με σαφές όραμα και στρατηγική για τη μελλοντική κατεύθυνσή της».

«Η επένδυση αυτή ευθυγραμμίζεται με τη στρατηγική μας να στηρίζουμε κορυφαίες εταιρείες του κλάδου για την επίτευξη κερδοφόρας ανάπτυξης μακροπρόθεσμα», δήλωσε ο Alex Van Hoek, εταίρος στον τομέα ιδιωτικών κεφαλαίων της Apollo. «Η επιχείρηση Restaurant Group έχει αποδειχθεί ανθεκτική μέσα από μακροοικονομικούς κύκλους, αλλά οι προοπτικές εξακολουθούν να είναι αυτές των υψηλών επιτοκίων και των πληθωριστικών  πιέσεων και η εταιρεία χρειάζεται τώρα την υποστήριξη ιδιωτικών κεφαλαίων για να επιτύχει τις φιλοδοξίες της. Ανυπομονούμε να συνεργαστούμε με τη διοικητική ομάδα και να επενδύσουμε στην Restaurant Group για να επιταχύνουμε τη μακροπρόθεσμη στρατηγική της, αξιοποιώντας τη σημαντική εμπειρία μας στον κλάδο» αναφέρει η ανακοίνωση των Αμερικανών. Φυσικά δεν ήταν η μοναδική από τις mega-εξαγορές των τελευταίων μηνών, καθώς είχε προηγηθεί η εξαγορά της Rhubarb Hospitality από την Oak View Group.

Ο ουρανοξύστης 22 Bishopsgate στο Λονδίνο. Η βρετανική Rhubarb Hospitality Collection η οποία είχε μέχρι πρόσφατα την εστιατορική διαχείριση και την τροφοδοσία εξαγοράστηκε από την αμερικανική Oak View Group. Φωτο: flickr/ Sebastian Doe

 

 

Αγοράζοντας …ουρανοξύστες 

Η Oak View Group (OVG), μια πολυεθνική εταιρεία επενδύσεων στον  αθλητισμό, την ψυχαγωγία και τη συνεδριακή βιομηχανία, εξαγόρασε το καλοκαίρι την  Rhubarb Hospitality Collection (RHC)- η συγκεκριμένη εξαγορά θεωρήθηκε μια από τις σημαντικότερες συναλλαγές στον κλάδο της εστίασης εδώ και δεκαετίες. Με την εξαγορά αυτή, η OVG αποκτά πρόσβαση  στο catering που λειτουργούσε η εξαγορασθείσα σε συναυλιακούς χώρους, στάδια ποδοσφαίρου και χώρους ζωντανής ψυχαγωγίας σε όλο τον κόσμο.

Η RHC δραστηριοποιείται εδώ και 25 χρόνια και λειτουργεί χώρους στο Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη και το Βερολίνο. Πραγματοποιεί κύκλο εργασιών που ξεπερνάει το 1 δισ. λίρες κι εξυπηρετεί πάνω από πέντε εκατ. ανθρώπους κάθε χρόνο σε χώρους όπως το Peak στη Νέα Υόρκη, το εντυπωσιακό εστιατόριο, μπαρ και χώρο εκδηλώσεων 900 και πλέον τ.μ. στον 101ο όροφο του 30 Hudson Yards, καθώς και το Royal Albert Hall, το Ascot Racecourse, το Sky Garden και το 22 Bishopsgate.

Η OVG ιδρύθηκε το 2015 από δύο ‘βαριά’ ονόματα της μουσικής βιομηχανίας τον Tim Leiweke και τον Irving Azoff κι έκτοτε πρωταγωνιστεί στους κλάδους  του αθλητισμού, της ψυχαγωγίας και της φιλοξενίας/εστίασης. Η OVG έχει επενδύσει τεράστια κεφάλαια σε εννέα μεγάλα έργα παγκοσμίως, πέντε από τα οποία είναι πλέον ανοιχτά και λειτουργούν ενώ έπονται έργα στο Μάντσεστερ, το Σάο Πάολο, το Λας Βέγκας και το Κάρντιφ.εξαγοράστηκε πρόσφατα από την αμερικανική Oak View Group

You might also like